Διαβάζοντας Παπαδιαμάντη στη λίμνη Σκιάθου

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  (1892). ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ. 120 χρόνια μετά

Από τον Γιώργο Κατσαδωράκη

Η λίμνη Σκιάθου ή λίμνη τ’ Αη Γιώργη είναι μια μικρή λιμνοθάλασσα που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο λιμάνι, στα όρια της χώρας της Σκιάθου. Τελευταία άρχισαν να τη λένε κάποιοι και λίμνη του αεροδρομίου, μια και ένα μεγάλο μέρος της λίμνης μετατράπηκε σε διάδρομο προσγείωσης για το αεροδρόμιο που κατασκευάστηκε τη δεκαετία του ’70.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (ΑΠ) έγραψε το 1892 ένα μικρό διήγημα με τίτλο «Ολόγυρα στη λίμνη», γεμάτο  με υπέροχες περιγραφές αυτής της λίμνης και του περιβάλλοντός της. Το μικρό αυτό διήγημα θεωρείται από κάποιους ένα από τα αριστουργήματα του Παπαδιαμάντη. Οι περιγραφές και τα στοιχεία που παραθέτει ο ΑΠ για τους χαρακτήρες, την κοινωνία και τη φύση είναι αρκετά λεπτομερείς και σε συνδυασμό με την ακριβολογία του έχουν εμπνεύσει πολλούς κυρίως Σκιαθίτες ώστε να συγκεντρώσουν σχετικό υλικό, κυρίως παλιές φωτογραφίες και σχετικές μαρτυρίες. Μέσα στα πλαίσια του προγράμματος των νησιωτικών υγρότοπων επισκεφτήκαμε και το νησί της Σκιάθου και απογράψαμε και τη λίμνη τ΄Άη Γιώργη (SKI002). Η επαφή με τη λίμνη μας έδωσε την ιδέα να ξαναδιαβάσουμε το διήγημα, να συγκρίνουμε επιλεγμένα αποσπάσματα από το κείμενο του Παπαδιαμάντη με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στη λίμνη και να τα σχολιάσουμε υπό το πρίσμα των σημερινών μας παρατηρήσεων και των σύγχρονων επιστημονικών γνώσεων. Ανοίξτε τον Παπαδιαμάντη, βρέστε το «Ολόγυρα στη λίμνη» και απολαύστε το. Μετά διαβάστε τα παρακάτω.

 

Επί της αντίπερα όχθης, ήμισυ μίλιον μακράν, όπισθεν των καλαμιώνων…

Ο ΑΠ εκτιμά το μεγάλο μήκος της λίμνης, από τη θάλασσα προς τα πίσω, ήμισυ μίλιον, δηλαδή κάτι από περίπου 805 ως 926 μέτρα ανάλογα αν το μίλι είναι αγγλικό (1609) ή ναυτικό (1852 μέτρα). Κατά πάσα πιθανότητα όμως εννοεί ναυτικό, δηλαδή περίπου 900 μέτρα. Σήμερα η διάσταση αυτή είναι δυστυχώς μόνο 340μ. Δηλαδή το συνολικό της μήκος μετά την κατασκευή του αεροδρομίου, αλλά και διάφορων άλλων κτιρίων και εμπορικών εγκαταστάσεων (μάντρες υλικών) έχει συρρικνωθεί κατά 65% περίπου.

Εχωρίζετο η λίμνη από της θαλάσσης διά πλατείας λωρίδος γης αμμώδους και κισηρώδους, της οποίας μέρος ήτο το ναυπηγείον της πόλεως και μέρος ήτο ο σικυών του Παρρήση. Κατά την δυτικήν όμως γωνίαν της λωρίδος αυτής, όπου ήρχιζε ν’ απλούται το μήκος του λιμένος, η λωρίς αύτη έβαινε στενουμένη έως του Αργύρη του Μπαρμπαπαναγιώτη τον ανεμόμυλον, …/ 

Και αντικρύ υψούτο ο λιμήν με τας χλοεράς όχθας του ολόγυρα, τας εξαπλούσας εις τον ήλιον τας πρασινιζούσας κλιτύς των, ως εύκολπα στήθη παρθένου αναδίδοντα ζωήν και σφρίγος εις την πλάσιν. /

 Η ίδια λωρίδα γης συνεχίζει από τότε να διαχωρίζει τη λιμνοθάλασσα από τη θάλασσα.Κίσηρις βέβαια είναι η ελαφρόπετρα και ο ΑΠ εννοεί κάτι άλλο με τη λέξη αυτή παρά την κυριολεκτική απόδοσή της, διότι κίσηρη δεν υπάρχει στη Σκιάθο, αλλά μόνο σε ηφαιστειογενή νησιά (Μήλο, Κίμωλο, Σαντορίνη, κλπ) ενώ ελάχιστη παρασύρεται από τη θάλασσα και φτάνει σε άλλα νησιά. Είναι ενδιαφέρουσα πολύ η δήλωση του ΑΠ ότι το ναυπηγείο βρίσκεται εκεί από τα πανάρχαια χρόνια, προφανώς δεν υπήρχε κανείς στην εποχή του που να θυμόταν κάτι για την ίδρυσή του. Αυτό συνδέεται εμμέσως και με την ύπαρξη της λίμνης διότι σημαίνει ότι και η λίμνη είναι παλαιότατη. Ο σικυών του Παρρήση προφανώς αναφέρεται σε ένα χωράφι που κάποιος εκεί καλλιεργούσε αγγούρια ή κολοκύθια μια και αυτή είναι η απόδοση της αρχαίας λέξης σικυών και σίκυο λέγονταν στα αρχαία το κολοκύθι ή το αγγούρι που είναι πολύ συγγενικά φυτά και προέρχονται από  την Ινδία. Τα ερείπια του ανεμόμυλου του Μπαρμπαπαναγιώτη υπάρχουν ακόμη και σήμερα και χρησιμοποιούνται σαν αξιοθέατο από μια τοπική ταβέρνα που έχει ιδρυθεί δίπλα του.

Και πότε πάλιν επροτίμας να λάβεις την βορειοτέραν οδόν, την περιφερή, εκείθεν της λίμνης, διατρέχων όλον το Κ’βούλι με τους αγρούς και με τους αμπελώνας του. Εκεί επάτεις επί παχείας χλόης, υπό την οποίαν δεν ήξευρες πάντοτε αν υπήρχε στερεά γη. Και εχώνεσο έως τους αστραγάλους εις τον βάλτον, αλλ’ ενόμιζες τούτο ευτυχίαν σου,. / …διότι το έδαφος του πυθμένος ήτο πανταχού σχεδόν βαλτώδες και πας ο επιβαίνων εις το ύδωρ θα εχώνετο μέχρι του γόνατος εις ιλύν· το αβαθές δε του ύδατος δεν επέτρεπε να κολυμβήσει μέγα σώμα, οίον το ιδικόν του/

Ο πυθμένας της λιμνοθάλασσας, όπως σχεδόν όλων των ρηχών μεσογειακών λιμνοθαλασσών είναι σχεδόν παντού λασπώδης και βαλτώδης, λόγω των ήρεμων συνθηκών που επικρατούν και επιτρέπουν σε οργανικής αλλά και ανόργανης προέλευσης λεπτόκοκκο υλικό και ιλύ να καθιζάνει και να μην αναδεύεται από κυματισμό ή ρεύματα. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και σήμερα.

Δένδρα εκόσμουν ευπαρύφως τας όχθας τας ορεινάς και τας αμμώδεις, …/

…παρά την όχθην της ωραίας λίμνης, όπου υπήρχεν είς ουρανός επάνω, και άλλος ουρανός εφαίνετο κάτω, λεύκαι και κυπάρισσοι ανέτεινον τας υψηλάς κορυφάς των άνω, και άλλαι λεύκαι και κυπάρισσοιεκρέμαντο ανάποδα κάτω. Και καλαμώνες σειόμενοι υπό του ανέμου ύψωναν τους ασθενείς καυλούς των δύο οργυιάς υπέρ το κύμα, και βρύα και λύγοι και ασφόδελοι απέζων εκ του ελέους της λίμνης και εκ του λίπους του βάλτου, κλίνοντα τας χθαμαλάς κορυφάς των προς το ύδωρ, ως ν’ απέδιδον εις την λίμνην την οφειλομένην ευγνώμονα υπόκλισιν/

Και σήμερα υπάρχουν πολύ περιορισμένης έκτασης καλαμώνες  του είδους Phragmites australis που είναι δείκτης παρουσίας γλυκών νερών, που προφανώς εισέρχονται στη λιμνοθάλασσα ως υπόγειες αναβλύσεις γλυκών νερών στο ΒΑ τμήμα της, κάτι που συμβαίνει τυπικά με την πλειονότητα των λιμνοθαλασσών μας, οι οποίες στο ανάντη της θάλασσας τμήμα τους δέχονται τις υπόγειες εκβολές του υδροφόρου ορίζοντα, δηλαδή τα νερά που από τις βροχοπτώσεις εισέρχονται στα συνήθως ασβεστολιθικά εδάφη των νησιών μας, γεμίζουν τους υπόγειους υδροφορείς και ξεχειλίζουν στο σημείο επαφής με τη θάλασσα. Δημιουργείται έτσι μια διαβάθμιση από γλυκό νερό στα ανάντη, υφάλμυρο στα ενδιάμεσα τμήματα κι αλμυρό στα κατάντη τμήματα. Στο συνδυασμό αυτό οφείλεται εν πολλοίς και η υψηλή παραγωγικότητα και αξία αυτών των οικοτόπων. Τα καλάμια βέβαια αυτά αντέχουν και υφάλμυρες συνθήκες μέχρι κάποιο όριο. Οι Λύγοι είναι οι λυγαριές Vitex agnuscastus, ενώ οι  ασφόδελοι (Asphodelus spp.)  υπάρχουν και σήμερα και είναι κοινά μέλη των φρυγανικών οικοτόπων της μεσογειακής βλάστησης.

Από τα δέντρα, σήμερα υπάρχουν κυπαρίσσια μαζί με φυτευμένα αρμυρίκια, λίγα πεύκα και ελιές. Δεν υπάρχουν καθόλου λεύκες όμως.

Λυγαριές και αρμυρίκια

 …διότι εφαντάζεσο πάντοτε ότι έτρεχες να κόψεις ίτσια δι’ εκείνην / Έτρεξες και συ κατόπιν του οκνός, ασθμαίνων, αλλ’ έως να φθάσεις εις την όχθην της λίμνης, πατών επί του ολισθηρού βάλτου, γλιστρών, ανάμεσα εις τες αρμυρήθρες και εις τες βουρλιές /ο Χριστοδουλής είχε κόψει ήδη ολόκληρον δεσμίδα εκ των πρωίμων ευωδών και μεθυστικών ανθέων, τα οποία εζήτει η Πολύμνια (σ.σ.ίτσια) τρέχων από συστάδα χόρτου εις συστάδα, αίτινες εσκίαζον φιλαδέλφως τα πτωχά ωραία άνθη, τα τόσον τρυφερά και ασθενή, με τα λευκά πέταλα και τον ωχρόν ύπερον, τα οποία εφαίνοντο ως να παραπονούνται διατί να φύωνται εις το χώμα και να είναι τόσον χαμαιπετή·

Υπάρχουν ακόμη όλα αυτά τα είδη φυτών τυπικά βάλτων κορεσμένων με νερό εδαφών. Τα ίτσια είναι οι ευωδιαστοί και ευαίσθητοι νάρκισσοι Narcissus tazetta. Οι βουρλιές είναι τα βούρλα Juncus maritimus που φύονται σε υφάλμυρα νερά και εδάφη και οι αρμυρήθρες Salicornia fruticosa τυπικά φυτά των αλμυρόβαλτων. (τα είδη των φυτών περιγράφονται στο: Οικονομίδου, Ε. 1969. Γεωβοτανική έρευνα νήσου Σκιάθου. Διατριβή επι διδακτορία. Πανεπ. Αθηνών).

Συστάδα λιμναίων χόρτων, πολύκλαδα, αδρά, μέλανα

Δεν είναι απίθανο να πρόκειται για είδη του είδους Ruppia maritima, τυπικών ειδών γλυκών και υφάλμυρων νερών, που είναι και πολύκλαδα, είναι σκούρο καφέ χρώμα και έχουν καταγραφεί στη λίμνη από την Οικονομίδου (1969).

 …ο Λούκας εθήρευεν ανά την λίμνην τους εγχέλεις <και> τα κεφαλόπουλα/  

Είχαν ψήσει εις ανθρακιάν ημίσειαν δωδεκάδα κεφαλόπουλα, και ουκ ολίγα καβούρια,…/

Ο Χριστοδουλής ελησμόνησε τα χέλια, τα καβουράκια και τα κεφαλόπουλα, τα οποία διενοείτο να κλέψει…

Πολύ αμφιβάλλω αν χέλια Anguila anguila υπάρχουν και σήμερα μετά τη δραματική μείωση που έχει υποστεί το είδος αυτό κοσμοπολιτκού ψαριού σε όλη την Ευρώπη. Αντιθέτως τα κεφαλόπουλα (είδη των γενών Liza, Mugil, Chelon και Oedalechilus)  είναι τα πιο κοινά ψάρια των υφάλμυρων και παράκτιων περιοχών της χώρας και είναι σίγουρο πως συνεχίζουν να εισέρχονται στη λίμνη ακόμη και σήμερα. Ο Χριστοδουλής «έκλεβε» ψάρια από τη λιμνοθάλασσα, δηλαδή παρανόμως ψάρευε ψάρια από τη λίμνη που την είχε νοικιάσει κάποιος άλλος, αυτή και τα ψάρια της. Ακόμη και σήμερα οι ψαράδες που διαχειρίζονται τις λιμνοθάλασσες έχουν σαν κύριο πρόβλημα την ύπαρξη κλεφτών, οι οποίοι με χίλιους τρόπους προσπαθούν να αρπάξουν από την πλούσια λιμνοθάλασσα τα ψάρια που οι ψαράδες ενοικιαστές αφήνουν να μεγαλώσουν και να παχύνουν μέσα στο φυσικό αυτό εκτροφείο, για να τα συλλάβουν μετά. Όλοι αυτοί οι οργανισμοί εισήρχοντο στη λιμνοθάλασσα από δυο μπούκες που υπήρχαν παλιά, δηλαδή δυο ρηχές και στενές διώρυγες. Σήμερα υφίσταται μόνο η ανατολική μπούκα και αυτή αλλοιωμένη από την αρχική της μορφή με μπαζώματα και δρόμους. Υπάρχει δε ακόμη πάνω από τη μπούκα ένα παλιό πέτρινο γεφυράκι.

Πολύ συχνά επήρχετο πλημμύρα και η θάλασσα γινόταν ένα με τον βάλτο. / Εκεί, όπισθεν των θάμνων του φράκτου, εν μέσω των χωραφίων, <των> αμπέλων και του αιγιαλού, όπου όχι σπανίως η μεν θάλασσα επάτει και αφωμοίου το ήμισυ κήπου ή αγρού με συκάς, μηλέας και απιδέας, οι δε διαβάται έκαμναν δρόμον το άλλο ήμισυ του αυτού κήπου ή αγρού.

Εκτιμώ ότι αυτό δεν γίνεται σήμερα διότι πιθανώς το ύψος της διαχωριστικής λωρίδας γης με τα μπαζώματα για την κατασκευή του δρόμου έχει ανέλθει σημαντικά εμποδίζοντας το θαλασσινό νερό να εισέλθει και να γίνει ένα με τη λίμνη. Δεν αποκλείεται πάντως με ισχυρή νοτιά να μπαίνει η θάλασσα μέσα στη λίμνη για λίγες ώρες ή και μέρες, όπως συμβαίνει ακόμη σε πολλές λ/θ της πατρίδας μας που είναι ανοιχτές στους νότιους ανέμους (π.χ. στο Δέλτα του Έβρου και τις άλλες μεγάλες λιμνοθάλασσες των παράκτιων υγρότοπων της Θράκης). Όμως, ο δρόμος που παρακάμπτει τον υγρότοπο από τα ανατολικά διανοίχτηκε εις βάρος των υγροτοπικών εδαφών.

Έκτοτε ο Χριστοδουλής ηραίωσε κατ’ αρχάς, είτα οριστικώς έπαυσε, το μερίδιον, το οποίον σου έδιδε τέως από τα κογχύλια, από τα καβούρια και από τους γωβιούς.

Όσο αφορά τα καβούρια, πιθανότατα πρόκειται τουλάχιστον για ένα κοινό είδος που απαντάται συχνότατα στις ελληνικές λιμνοθάλασσες, τον κάβουρα της Ποσειδωνίας Pachigrapsus marmoratus. Οι γωβιοί είναι πολύ κοινά ψάρια των θαλασσών μας και υπάρχουν πάνω από 20 είδη, τα περισσότερα των οποίων είναι πολυ κοινά. Κοχύλια, έχουμε ήδη παρατηρήσει και φωτογραφίσει στη λιμνοθάλασσα τα Acanthocardia tuberculata και τα Cerithium vulgatum τα οποία δεύτερα αφθονούν και σχηματίζουν ολόκληρα στρώματα και οπωσδήποτε στη συνέχεια βιογενείς νησίδες. Ίσως εδώ δε να αναφέρεται ο Παπαδιαμάντης όταν γράφει ότι η διαχωριστική λωρίς είναι «κισηρώδης», να εννοεί τις λωρίδες από κοχύλια.

ο Χριστοδουλής τα έκοπτεν ασπλάχνως, ανά δύο και τρία, μεμειγμένα με χόρτα, και τα εστοίβαζεν επί της ωλένης της χειρός του, μεταβαίνων από βουρλιάν εις βουρλιάν, βλέπων τα βούρλα και αναστενάζων, διατί να μην έχει αλιεύσει με τας χείρας του τόσες πέρκες, και τριγλία, όσα βούρλα έβλεπε, και διατί να μη δύναται να χρησιμοποιήσει ταύτα όπως ορμαθιάσει εκείνα.

Η πέρκα Serranus scriba είναι ένα συχνό ψάρι των ρηχών νερών στη Μεσόγειο, συχνά δε όπως λέγει και το γνωμικό «όπου πέρκα και χταπόδι». Τα τριγλία δεν είναι άλλο από το μπαρμπούνι Mullus surmuletus, κι αυτό πανόστιμο ψάρι των ρηχών νερών στην πατρίδα μας που δυστυχώς δεν είναι πια πολύ κοινό. Και τα δυο είδη είναι πολύ πιθανό ότι υπήρχαν στη λιμνοθάλασσα τότε και συνεχίζουν να απαντώνται και σήμερα.

 Και τους κατευώδωσε προς το μέρος της καλύβης, όπου οι δύο συμπόται είχαν σηκωθεί έκπληκτοι, μη εννοούντες τι συνέβαινε, και ο Λούκας φανταζόμενος την λίμνην ως θάλασσαν, έλεγε:

-Κανένα δελφίνι θα έπεσε κοντά στη βάρκα.

-Φθάνει να μην είναι κανένα σκυλόψαρο, και σου αφανίσει τα κεφαλόπ’λα, καρδάσ’, είπεν ο Παρρήσης.

Αν δεν πρόσεχε κανείς αρκετά τη διατύπωση του συγγραφέα, θα μπορούσε εύκολα να συμπεράνει λανθασμένα από τα λεγόμενα των πρωταγωνιστών ότι δελφίνια και σκυλόψαρα έμπαιναν πράγματι πότε πότε στη λιμνοθάλασσα. Αλλά όχι, ο Λούκας είχε πιεί και μεθύσει και νόμιζε πως ότι συμβαίνει στη θάλασσα μπορεί να συμβαίνει και στη λίμνη. Ο δε Παρρήσης τον κορόιδευε κι από πάνω.

Εκείνος τα χταπόδια και τα καβουράκια τα έβαζεν εις τον φουσκωμένον και βρεγμένον κόλπον του υποκαμίσου του, έχων τρόπον να τα ψοφά με δαγκωματιές και με ακρωτηριασμούς, και σου έδειχνε μόνον τες γρινιάτσες, λέγων ότι θα υπάγει ύστερ’ από το μεσημέρι, να ψαρέψει με την καλαμιά.

Αν και χταπόδια και καβούρια είναι πολύ πιθανό ότι απαντώνται μέσα ή γύρω από τη λιμνοθάλασσα και σήμερα, δεν κατόρθωσα να βρω πουθενά τι είναι οι γρινιάτσες.

Πλήθος δε από αθερίνες –παιδία οκταετή και δεκαετή –έτρεχαν εμπρός οπίσω επί του καταστρώματος, βοηθούντα διά του μέσου τούτου εις την καθέλκυσιν του πλοίου

Αν και εδώ αναφέρει το είδος αθερίνα με μεταφορική έννοια, είναι σχεδόν σίγουρο πως το είδος αθερίνα (Atherina boyeri), θα έμπαινε και τότε μέσα στη λιμνοθάλασσα. Αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι όπως ακριβώς στη Ρόδο το μικρό ενδημικό ψαράκι ονομάζεται γκ’ζάνι, έτσι και τα μικρά παιδόπουλα ονομάζονται στη Ρόδο και στη Θράκη και σε κάποια νησιά γκ΄ζάνια, και φυσικά και σε πλείστα άλλα μέρη της Ελλάδας «μαρίδα», έτσι και στη Σκιάθο του κυρ Αλέξανδρου το παιδομάνι ονομάζεται «αθερίνα».

και ο Λούκας ο εκμισθωτής της λίμνης, υψηλόκορμος, με μακρά σκέλη. Η εκμετάλλευση της λ/θ ως εκτατικό ιχθυοτροφείο συνεχίστηκε μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες. Αυτός ήταν ο βασικός τρόπος εκμετάλλευσης των λ/θ και των λιμνών στη χώρα μας μέχρι πολύ πρόσφατα και για τις περισσότερες λ/θ συνεχίζεται ακόμη. Το κράτος ενοικιάζει τα δικαιώματα εκμετάλλευσης της λ/θ σε ένα ενοικιαστή που μπορεί να είναι ιδιώτης παλιότερα ή κυρίως συνεταιρισμός σήμερα και αυτός αποδίδει ένα ποσοστό επί της αξίας των αλιευμάτων ως φόρο στο κράτος.

Ολίγαι παρήλθον στιγμαί, και βλέπει την Πολύμνιαν να πηδήσει και να επιβεί εις την μικράν φελούκαν, είδος σκάφης μ’ επίπεδον το κύτος, χωρίς καρίναν, ήτις ήτο δεμένη εις το χείλος της λίμνης, ου μακράν της καλύβης.

Η φελούκα ήταν τύπος μικρού πλοιαρίου στη περιοχή της Μεσογείου, χαμηλού και άφρακτου (χωρίς κατάστρωμα) που εκινείτο  με κουπιά και ιστία (πανιά), φέροντας τρία λατίνια και αρτέμονα (Βικιπαίδεια).Τέτοια σκάφη διατηρήθηκαν στην Ελλάδα σε διάφορα μέρη κυρίως μέχρι το μεσοπόλεμο. Χρησιμοποιείται κυρίως για τουριστικούς σκοπούς αλλά και από ψαράδες ακόμη και σήμερα σε χώρες της Βόρειας Αφρικής όπως η Αίγυπτος.

Φελούκες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης 1913 (Λεπτομέρεια από φωτογραφία συλλογής Albert Kahn).

Επισκέπται περιπατηταί της εσπέρας εκ πολίχνης…

 Η λίμνη τ’ Αη Γιώργη βρίσκεται στα όρια της χώρας της Σκιάθου και γι’ αυτό η περατζάδα προς τη λίμνη συνεχίζει μέχρι σήμερα. Αποτελώντας μια φυσική συνέχεια της πόλης και έχοντας πρόσβαση άμεση από τον παραλιακό δρόμο δείχνει και δρόμο αξιοποίησης της λ/θ σαν ένα περιαστικό πάρκο, φυσικό, όμορφο, καθαρό.

Συλλογίζομαι καπετάνιε πως θα τα πληρώσωμε τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το Έθνος;

Πρόκειται-οποία σύμπτωση- για τη δημόσια υπερχρέωση, που είχε αφορμή τη σταφιδική κρίση και η οποία οδήγησε ως κορύφωση μιας πολύ κακής οικονομικής κατάστασης σε υποτίμηση, πτώχευση και αναδιάρθρωση μια και η Ελλάδα αδυνατούσε πλέον να εξυπηρετήσει τα συσσωρευμένα τεράστια χρέη που είχαν προκύψει και ως συνέχεια των παλαιών δανείων της Ανεξαρτησίας. Η εποχή του «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη. (1893-1912. Φραγκιάδης, Α. 2007. Ελληνική οικονομία 19ος-20ο1 αιώνας. Νεφέλη).

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s